δολιώ


δολιώ
δολιῶ (-όω) (Α)
1. φέρνομαι σε κάποιον με πανουργία
2. είμαι δόλιος, πανούργος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δολιῶ — δολίζω adulterate fut ind act 1st sg (attic epic doric) δολιόω deal treacherously with pres subj act 1st sg δολιόω deal treacherously with pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δολίῳ — Δόλιος crafty masc dat sg Δολίος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δολίῳ — δόλιος crafty masc/neut dat sg δόλιος crafty masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δολίωι — Δολίῳ , Δόλιος crafty masc dat sg Δολίῳ , Δολίος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δολίωι — δολίῳ , δόλιος crafty masc/neut dat sg δολίῳ , δόλιος crafty masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραδίδω — ΝΜΑ, και παραδίνω Ν, παραδίδωμι και ποιητ. τ. παρδίδωμι Α 1. δίνω στα χέρια κάποιου, εγχειρίζω 2. δίνω κάτι στον δικαιούχο ή σε κάποιον άλλο (α. «παρέδωσα τις αποσκευές» β. «παραδέχεσθαι τὰ φερόμενα γράμματα καὶ παραδιδόναι», Ξεν.) 3. παρέχω,… …   Dictionary of Greek